Χρονολογικός Χάρτης

Κεραμεικός

Ο αρχαιολογικός χώρος του Κεραμεικού βρίσκεται στο τέλος της οδού Ερμού και είναι ένας από τους σημαντικότερους αρχαιολογικούς χώρους της Αθήνας, αν και ο χώρος στον οποίο έχουν πρόσβαση οι επισκέπτες αποτελεί ένα μικρό μόνο μέρος του αρχαίου δήμου των Κεραμέων. Στο σημείο αυτό ήταν και το Δίπυλο, οι επιβλητικές διπλές πύλες στο Θεμιστόκλειο τείχος (478 π.Χ.), τμήμα των οποίων βλέπουμε και σήμερα σε ερείπια.

Επίσης στον χώρο σώζονται και πολλές ταφές με επιτύμβια ανάγλυφα (αντίγραφα) των οποίων τα πρωτότυπα φυλάσσονται στο Μουσείο του Κεραμεικού (στον ίδιο χώρο). Στον ευρύτερο χώρο υπήρχε το περίφημο Δημόσιον Σήμα, δηλαδή το νεκροταφείο που έθαβαν τους ήρωες των πολέμων. Η αρχαία συνοικία Κεραμεικός, σύμφωνα με κάποιους πήρε το όνομά της από τον ήρωα Κέραμο, ενώ κατ’ άλλους από τα εργαστήρια των κεραμέων (αγγειοπλαστών) που λειτουργούσαν εκεί για πολλούς αιώνες. Οι ισχυρές πύλες καταστράφηκαν από τον Σύλλα όταν κυρίευσε την Αθήνα (86 π.Χ.) και η καταστροφή ολοκληρώθηκε κατά την εισβολή των Ερούλων (267 μ.Χ.). Η περιοχή χρησιμοποιήθηκε ως νεκροταφείο έως το τέλος των ρωμαϊκών χρόνων (6ος αιώνας).

2.700 B.C

Αρχαιολογικός χώρος Ελευσίνας

Ο αρχαιολογικός χώρος της Ελευσίνας είναι ένας από τους σημαντικότερους της Ελλάδας και μας παρουσιάζει ανάγλυφα την ιστορία της περιοχής που κατοικείται συνεχώς από τους Μεσοελλαδικούς τουλάχιστον χρόνους. Περισσότερο γνωστή για τα Ελευσίνια Μυστήρια, αλλά και τον μέγιστο των τραγικών ποιητών Αισχύλο, η περιοχή συνέδεσε νωρίς, από τους Μυκηναϊκούς ακόμα χρόνους, τις τύχες της με αυτές της Αθήνας.

Τα πλέον σημαντικά μνημεία του χώρου είναι η Ιερά Αυλή (ο χώρος συγκέντρωσης των πιστών και κατάληξη της Ιεράς οδού), τα Μεγάλα Προπύλαια (πρόπυλο δωρικού ρυθμού, αντίγραφο των Μνησικλείων Προπυλαίων της Ακρόπολης των Αθηνών), τα Μικρά Προπύλαια (πρόπυλο Ιωνικού ρυθμού), το Τελεστήριο (όπου υπήρχε το ανάκτορο, το άδυτο της λατρείας), οι Θριαμβικές Αψίδες (ρωμαϊκά αντίγραφα της αψίδας του Αδριανού στην Αθήνα), το Καλλίχορον Φρέαρ (όπου σύμφωνα με τους μύθους κάθισε η Δήμητρα που έψαχνε την Περσεφόνη), το Πλουτώνιο (ιερό σπήλαιο με περίβολο, μια δίοδος προς τον Άδη), το Μυκηναϊκό Μέγαρο (ορθογώνιος ναός μυκηναϊκής εποχής).

1.600 B.C

Θέατρο Θορικού

Το αρχαίο θέατρο του Θορικού βρίσκεται στα βόρεια του Λαυρίου, σχεδόν σε επαφή με την πόλη. Είναι το αρχαιότερο σωζόμενο θέατρο που έχει βρεθεί μέχρι σήμερα και χρονολογείται στο τέλος της Αρχαϊκής εποχής, μεταξύ 525 και 480 π.Χ. Η ιδιαιτερότητα του θεάτρου βρίσκεται στο ότι δεν έχει κυκλικό αλλά ελλειψοειδές σχήμα και ορθογώνια ορχήστρα αντί της κυκλικής των μεταγενέστερων αρχαίων θεάτρων. Έχει 21 σειρές καθίσματα και η χωρητικότητά του υπολογίζεται σε περίπου 4.000 άτομα.

Κλίμακες χωρίζουν το κοίλον σε δύο κερκίδες άνισου μεγέθους. Στα ανατολικά της ορχήστρας σώζεται η βάση του βωμού και μια αίθουσα με λαξευμένους φυσικούς πάγκους, που χρησίμευαν για τις συνεδριάσεις των αρχών του Δήμου και χρονολογούνται στα μέσα του 5ου αιώνα, όπως και η βάση ενός μικρού ναού του Διονύσου και ένα σύμπλεγμα δωματίων, σε ευθυγράμμιση με την δυτική πάροδο, που εξυπηρετούσαν τη λειτουργία του θεάτρου και σώζονται στα δυτικά της ορχήστρας. Είχε ξύλινη σκηνή, η οποία δεν αντικαταστάθηκε από λίθινη, όπως στα άλλα θέατρα. Ο χώρος του θεάτρου δεν προοριζόταν μόνο για παραστάσεις αλλά χρησιμοποιούνταν επίσης για τις συνελεύσεις και συγκεντρώσεις των πολιτών του δήμου Θορικιέων στον οικοδομικό ιστό του οποίου ανήκει.

525 B.C

Πνύκα

Στη Δυτική πλευρά της Ακρόπολης, στο μέσο της απόστασης μεταξύ του λόφου των Μουσών (Φιλοπάππου) και του λόφου των Νυμφών (Αστεροσκοπείο), βρίσκεται το πλάτωμα της Πνύκας. Χάρη στη μορφολογία και την έκτασή του ο χώρος επιλέχθηκε στην αρχαία Αθήνα ως τόπος συγκέντρωσης των Αθηναίων πολιτών, ως «έδρα» της Εκκλησίας του Δήμου. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες η λειτουργία του χώρου τοποθετείται στο τέλος του 6ου αιώνα, την εποχή των μεταρρυθμίσεων του Κλεισθένη (508 π.Χ.).

Την εποχή αυτή η χρήση του χώρου ήταν μάλλον περιστασιακή και τα αρχαιολογικά ευρήματα ανύπαρκτα (τα πρώτα αρχαιολογικά ευρήματα ανάγονται στον 5ο π.Χ. αιώνα). Στην Καινή Διαθήκη (Πράξεις των Αποστόλων) αναφέρεται η ομιλία του Αποστόλου Παύλου προς τους Αθηναίους στην Πνύκα (51 μ.Χ.) κατά την οποία προσηλύτισε στη νέα θρησκεία που δίδασκε τον μετέπειτα επίσκοπο της πόλης, τον Διονύσιο Αρεοπαγίτη και τη Δάμαρι, την πρώτη Αθηναία που πίστεψε στον Χριστιανισμό και αργότερα μαρτύρησε για την πίστη της.

508 B.C

Αρχαιολογικός χώρος Ναός Αφαίας Αθηνάς

Στο βορειοανατολικό τμήμα της Αίγινας, στην κορυφή ενός κατάφυτου από πεύκα λόφου, βρίσκεται ο εντυπωσιακός ναός της Αφαίας. Ο ναός που σώζεται σήμερα, αρκετά καλά διατηρημένος, κατασκευάστηκε το 500 π.Χ. περίπου, για να αντικαταστήσει έναν προϋπάρχοντα δωρικό ναό από πωρόλιθο, επίσης αφιερωμένο στην Αφαία –την οποία ο Παυσανίας ταυτίζει με την κρητική θεά Βριτόμαρτι-Δίκτυννα.

Πρόκειται για έναν περίπτερο δωρικό ναό από ντόπιο πωρόλιθο, με σηκό, πρόδομο και οπισθόδομο εν παραστάσι, με δίτονη κιονοστοιχία στο εσωτερικό και δίρριχτη στέγη με ακροκέραμα από παριανό μάρμαρο.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα αετώματα, που βρίσκονται σήμερα στην γλυπτοθήκη του Μονάχου. Είναι μαρμάρινα και παρουσιάζουν σκηνές από τον Τρωικό πόλεμο, με πρωταγωνιστές τοπικούς ήρωες του νησιού όπως ο Τελαμώνας, γιος του Αιακού. Το δυτικό αέτωμα είναι αρχαϊκής τεχνοτροπίας (τέλη 6ου αιώνα π.Χ.), ενώ το ανατολικό έχει ήδη στοιχεία κλασικής τεχνοτροπίας (αρχές 5ου αιώνα π.Χ.). Σύμφωνα με την αρχαία παράδοση, ο ναός της Αφαίας, μαζί με αυτούς της Ακρόπολης και του Σουνίου σχηματίζουν ισοσκελές τρίγωνο.

500 - 499 B.C

Σούνιο, Ναός Ποσειδώνα και Αθηνάς

Οι Ναοί του Ποσειδώνα και της Αθηνάς στον βράχο του ακρωτηρίου στο Σούνιο, στο νοτιότερο άκρο της Αττικής, εντυπωσιάζουν επιβλητικοί και προκαλούν τον θαυμασμό στον επισκέπτη που έρχεται είτε από τη θάλασσα είτε από τη στεριά. Ο χώρος χρησιμοποιήθηκε από τους Αθηναίους τόσο ως τόπος λατρείας όσο και ως οχυρό που δεσπόζει στους εμπορικούς δρόμους του Αιγαίου. Ο επιβλητικός ναός του Ποσειδώνα φαινόταν πολλά μίλια μακριά από τα καράβια που προσέγγιζαν το ακρωτήριο και σήμερα στέκει εκεί, αποτελώντας σημαντικό μνημείο που προσελκύει πλήθος Ελλήνων και ξένων επισκεπτών.

Σύμφωνα με τη μυθολογία από το σημείο αυτό έπεσε στη θάλασσα ο βασιλιάς Αιγέας όταν αντίκρισε τα μαύρα πανιά των πλοίων που γυρνούσαν από την Κρήτη. Το Σούνιο είναι ένα από τα πλέον φωτογραφημένα τοπία της Ελλάδας. Ο χώρος προσφέρει ένα εντυπωσιακό θέαμα στους επισκέπτες, κυρίως κατά την Ανατολή ή τη Δύση του Ήλιου, αλλά πολύ περισσότερο κατά τη διάρκεια της πανσελήνου.

480 B.C

Αρχαία Αγορά

Η αρχαία αγορά της Αθήνας είναι ο αρχαιολογικός χώρος βορειοδυτικά της Ακρόπολης. Κατά την αρχαιότητα υπήρξε το διοικητικό και οικονομικό κέντρο της πόλης και για τον λόγο αυτό ονομάστηκε αγορά, λέξη που σήμερα ορίζει την έννοια της οικονομικής αγοράς. Την Αρχαία Αγορά διασχίζει η οδός των Παναθηναίων, της μεγάλης γιορτής της αρχαίας πόλης – σε ανάμνηση της συνένωσης όλης της Αττικής από τον Θησέα.

Κατοικήθηκε από τους προϊστορικούς χρόνους και κατά τον 6ο π.Χ. αιώνα λειτουργούσε ως το κέντρο της πόλης με κάθε είδους κοινωνική δραστηριότητα σε πλήθος δημόσιων κτισμάτων, θρησκευτικού ή κοσμικού χαρακτήρα, ερείπια των οποίων σώζονται μέχρι σήμερα. Τα ερείπια που σήμερα μας δίνουν την εικόνα της Αρχαίας Αγοράς της πόλης, επέζησαν από πολλές καταστροφές και λεηλασίες (το 480 π.Χ. από τους Πέρσες, το 86 π.Χ. από τους Ρωμαίους του Σύλλα, το 267 μ.Χ. από τους Ερούλους) και από τον 6ο αιώνα που ο χώρος εγκαταλείφθηκε οριστικά, θάφτηκαν κάτω από χώματα και σπίτια και εκκλησίες που κτίστηκαν από πάνω τους και μας τα αποκάλυψαν οι εκτεταμένες ανασκαφές του 19ου και 20ου αιώνα.

480 B.C

Άρειος Πάγος

Στον βραχώδη λόφο βορειοδυτικά της Ακρόπολης, οι αρχαίοι Αθηναίοι είχαν εγκαταστήσει το ανώτατο δικαστήριό τους: αυτό που δίκαζε τους φόνους εκ προμελέτης, τους εμπρησμούς και τις ιεροσυλίες, αλλά και αποφαινόταν για θρησκευτικά θέματα και νέες θρησκευτικές ιδέες.

Ο λόφος πήρε το όνομά του είτε από το θεό Άρη, που κατά την μυθολογική παράδοση δικάστηκε εδώ από τον βασιλέα των Αθηνών Κέκροπα για τον φόνο του γιου του Ποσειδώνα Αλιρρόθιου, είτε από το ιερό των Αρών Ερινύων, των χθόνιων θεοτήτων της τιμωρίας, των τύψεων και της εκδίκησης. Από τη μυθολογία πάλι γνωρίζουμε ότι στον Άρειο Πάγο δικάστηκε και ο Ορέστης για το φόνο της Κλυταιμνήστρας, και μάλιστα αθωώθηκε με την ψήφο της Αθηνάς. Από τότε οι Αθηναίοι ονόμασαν τις Ερινύες «Σεμνές» και «Ευμενίδες».

Από τη μυκηναϊκή περίοδο μέχρι τους γεωμετρικούς χρόνους (1600-700 π.Χ.), η βόρεια πλαγιά του είχε χρησιμοποιηθεί ως νεκροταφείο. Στο τέλος της ρωμαϊκής εποχής (4ος-6ος αιώνας μ.Χ.) στον Άρειο Πάγο είχαν κτισθεί 4 επαύλεις, ενώ από το 1600 έως το 1700 περίπου υπήρχε στο λόφο ναός του Αγίου Διονυσίου Αρεοπαγίτη, πρώτου επισκόπου των Αθηνών.
Όλα τα μεταγενέστερα κτίρια που κάλυπταν τα ερείπια των κλασικών χρόνων απομακρύνθηκαν κατά την Οθωνική περίοδο.

462 B.C

Ακρόπολη

Ο ιερός βράχος της Ακρόπολης, ένας οχυρωμένος λόφος 156 μέτρων στο κέντρο της Αθήνας με πολύ σημαντικά κτίσματα, αποτελεί το σύμβολο των πολιτισμών που άκμασαν στον Ελλαδικό χώρο από τους μακρινούς προϊστορικούς χρόνους μέχρι τις μέρες μας. Χρησιμοποιήθηκε από τους κατοίκους της αρχαίας Αθήνας, από την 3η π.Χ. χιλιετία ήδη, και έχουν βρεθεί ίχνη από την Μυκηναϊκή εποχή (θεμέλια και τμήματα της οχύρωσης) και τους μετέπειτα ιστορικούς χρόνους (ίχνη από αρχαϊκούς ναούς).

Τα μνημεία που αντικρίζει ο επισκέπτης σήμερα είναι έργα του 5ου π.Χ. αιώνα και αποτελούν μερικά από τα σημαντικότερα δείγματα της αρχαίας ελληνικής αρχιτεκτονικής, όπως ο Παρθενώνας, το Ερεχθείο, τα Προπύλαια, ο Ναός της Απτέρου Νίκης.

Η χρήση της Ακρόπολης συνεχίστηκε κατά τους μετέπειτα χρόνους για αμυντικούς, θρησκευτικούς και διοικητικούς λόγους. Οι καταστροφές που υπέστη κατά καιρούς (αρχαιότητα, βομβαρδισμός Μοροζίνη 1687, πολιορκία Κιουταχή 1826 και 1827) και οι παρεμβάσεις κατακτητών ή αλλόθρησκων δεν κατάφεραν να στερήσουν από τον χώρο την αίγλη και τη σημασία του. Ο Παρθενώνας, λιτό μνημείο της παγκόσμιας κληρονομιάς [Unesco, 1987], αποτελεί σήμερα το πρώτο σε επισκέψεις αξιοθέατο της Ελλάδας προσελκύοντας εκατομμύρια επισκέπτες κάθε έτος.

448 - 438 B.C

Θησείο, Ναός Ηφαίστου

Ο ναός του Ηφαίστου στην Αρχαία Αγορά, κτίστηκε κατά τον Χρυσό Αιώνα της ακμής της κλασικής Αθήνας (μάλλον επί Κίμωνος το 450π.Χ.), και είναι ο καλύτερα διατηρημένος και συντηρημένος αρχαίος ναός στην Αθήνα. Εικάζεται πως τον έκτισε είτε ο Ικτίνος είτε κάποιος άλλος του οποίου το όνομα δεν σώθηκε, ενώ αυτός που τον σχεδίασε μάλλον έχει σχεδιάσει και τους ίδιους ακριβώς ναούς του Ποσειδώνα στο Σούνιο, της Νέμεσης στην Ραμνούντα και του Άρη στο Μενίδι. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός πως παλιά ο ναός είχε αποδοθεί στον ήρωα Θησέα, που έδωσε το όνομα και στη συνοικία της Αθήνας.

Ο δωρικός ναός του Ηφαίστου κατά τους χριστιανικούς χρόνους έγινε εκκλησία προς τιμή του Αγίου Γεωργίου. Κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας οι Αθηναίοι, προκειμένου να αποτρέψουν τη μετατροπή του σε τζαμί από τους Οθωμανούς, τον κρατούσαν κλειστό και τον λειτουργούσαν μόνο την ημέρα της γιορτής του αγίου. Από αυτή τη λειψή λειτουργία του ναού οι Αθηναίοι τον έλεγαν Αϊ Γιώργης ο Ακαμάτης.

450 - 416 B.C

Ακαδημία Πλάτωνος

Η Ακαδημία Πλάτωνος, συνοικία των Αθηνών με έντονη βιομηχανική και οικιστική ανάπτυξη παλαιότερα, οφείλει το όνομά της στα αρχαία λείψανα της περιώνυμης σχολής του Πλάτωνα. Το όνομα Ακαδημία προέρχεται από τον τοπικό ήρωα Ακάδημο, αλλά έμεινε στην ιστορία από τη σχολή που ίδρυσε ο Πλάτωνας το 387 π.Χ. και που έφτασε στη μέγιστή της ακμή επί των Νεοπλατωνικών φιλοσόφων πριν την κλείσει οριστικά ο Ιουστινιανός το 529 μ.Χ. μαζί με όλες τις ανάλογες σχολές της Αθήνας.

Ο χώρος κατοικήθηκε από τους πρώιμους προϊστορικούς χρόνους μέχρι τον 6ο π.Χ. αιώνα. Τον 6ο π.Χ. αιώνα στον χώρο ιδρύθηκε γυμναστήριο, ενώ ο τύραννος των Αθηνών Ιππίας έκτισε περίβολο και ο Κίμων δενδροφύτευσε το χώρο, έναν αιώνα αργότερα. Τα δέντρα αυτά υλοτομήθηκαν το 86 π.Χ. όταν ο Σύλλας λεηλάτησε την πόλη των Αθηνών. Οι ανασκαφές που άρχισαν το 1929 και συνεχίζονται μέχρι σήμερα έφεραν στο φως σημαντικά ευρήματα, όπως μια Πρωτοελλαδική αψιδωτή οικία (που θεωρήθηκε η οικία του μυθικού ήρωα Ακάδημου), μια ιερά οικία των Γεωμετρικών χρόνων, ένα περίστυλο κτίριο του 4ου π.Χ. αιώνα, το Γυμνάσιο της Ρωμαϊκής εποχής (1ος μ.Χ. αιώνας) και άλλα μικρότερης σημασίας.

387 B.C

Μνημείο Λυσικράτους

Το χορηγικό μνημείο του Λυσικράτους στην οδό Τριπόδων, στην Πλάκα, κτίστηκε από τον αρχαίο Αθηναίο πολίτη Λυσικράτη το 335-334 π.Χ. Σύμφωνα με την επιγραφή που είναι χαραγμένη στο επιστύλιο του μνημείου, κτίστηκε σε ανάμνηση του πρώτου βραβείου που έλαβε το έργο που είχε χορηγήσει στο διαγωνισμό διθυράμβων εκείνου του έτους.
Πρόκειται για ένα κτίσμα κυκλικό τοποθετημένο πάνω σε τετραγωνικό πωρολιθικό βάθρο, έχει έξι κίονες κορινθιακού ρυθμού από λευκό μάρμαρο Πεντέλης.

Η ζωφόρος φέρει σκηνές από την ζωή του θεού του κρασιού Διόνυσου και από πάνω της στέκει μια μονολιθική στέγη όπου στηριζόταν ο χορηγικός τρίποδας. Το αρχαίο μνημείο, που οι νεότεροι Αθηναίοι το έλεγαν και Φανάρι του Διογένη, κατά τον 17ο αιώνα είχε ενσωματωθεί από Καπουτσίνους μοναχούς στο καθολικό μοναστήρι τους, το οποίο καταστράφηκε κατά τις μάχες στην Επανάσταση του 1821, και το χρησιμοποιούσαν ως αναγνωστήριο. Είναι ίσως το καλύτερα διατηρημένο δείγμα αρχαίου χορηγικού μνημείου. Δεσπόζει στο κέντρο της μικρής πλατείας Λυσικράτους στη γραφική συνοικία της Πλάκας.

334 B.C

Θέατρο Διονύσου

Το θέατρο του Διονύσου υπήρξε στους κλασικούς χρόνους το κατ’ εξοχή θέατρο όπου διδασκόταν το αρχαίο αττικό δράμα κατά τη γιορτή των Μεγάλων Διονυσίων, μια από τις σημαντικότερες θρησκευτικές γιορτές της πόλης. Ήταν σημαντικό μέρος του ιερού του Ελευθερέως Διονύσου κάτω από τον βράχο της Ακρόπολης. Θεωρείται πως κτίστηκε την εποχή των Πεισιστρατιδών (6ος π.Χ. αιώνας), αλλά γνώρισε αλλεπάλληλες επεμβάσεις και επεκτάσεις, σε βαθμό που είναι σχεδόν αδύνατον να παρακολουθήσει κανείς την εξέλιξή του.

Τα σημερινά ερείπια είναι κατάλοιπα της τελευταίας φάσης ζωής του θεάτρου κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους, ενώ από τους κλασικούς χρόνους διακρίνονται μόλις μερικές σειρές εδωλίων της κεντρικής κερκίδας. Τα τελευταία χρόνια βρίσκεται σε εξέλιξη προσπάθεια αναστήλωσης του αρχαίου θεάτρου και επένδυσής του με λίθο από την Κορινθία, καθώς επίσης και με αρχαία σπαράγματα που βρίσκονται διάσπαρτα σε όλο το χώρο.

330 B.C

Στοά Αττάλλου

Η Στοά του Αττάλου είναι το εντυπωσιακά αναστηλωμένο κτίσμα στην ανατολική πλευρά της Αρχαίας Αγοράς της Αθήνας και βρίσκεται εντός του αρχαιολογικού της χώρου. Η στοά πήρε το όνομά της από τον βασιλιά της Περγάμου τον Άτταλο τον Β΄, που τη δώρισε στην πόλη. Η οικοδόμηση της στοάς, που ήταν το μεγαλύτερο σε μήκος αυτοτελές στεγασμένο κτίριο την εποχή εκείνη, έγινε από το 159 έως το 138 π.Χ. Η χρήση της ήταν εμπορική, συνεπώς σε συνολικό μήκος 120 μέτρων υπήρχαν δίπλα-δίπλα 21 καταστήματα και εργαστήρια διαφόρων ειδικοτήτων (τετράγωνες αίθουσες με μήκος πλευράς 4,80 μέτρα) σε δυο ορόφους.

Το κτίσμα ήταν φτιαγμένο από πωρόλιθο, ενώ οι παραστάδες των θυρών, τα κατώφλια, οι κίονες και οι ορθοστάτες των τοίχων ήταν από λευκό πεντελικό μάρμαρο. Το 267 μ.Χ. η στοά καταστράφηκε από την επιδρομή των Ερούλων και αργότερα, έρημη πλέον, αποτέλεσε τμήμα του Υστερορωμαϊκού τείχους. Η αναστήλωσή της έγινε τη δεκαετία του 1950 από την Αμερικάνικη Αρχαιολογική Σχολή, με σκοπό να στεγάσει το Μουσείο της Αρχαίας Αγοράς.

138 B.C

Ρωμαϊκή Αγορά

Η Ρωμαϊκή Αγορά βρίσκεται στα όρια των ιστορικών συνοικιών της Αθήνας, Πλάκας και Μοναστηρακίου και κτίστηκε στα χρόνια του Ρωμαίου αυτοκράτορα Αύγουστου, μάλλον μεταξύ των ετών 19 έως 11 π.Χ., για να στεγάσει το κέντρο της οικονομικής δραστηριότητας της πόλης. Αργότερα επί αυτοκράτορα Αδριανού ανακαινίστηκε και επεκτάθηκε. Χαρακτηριστικά και αναγνωρίσιμα σημεία του χώρου είναι το Ωρολόγιο του Κυρρήστου (ή Πύργος των Αέρηδων) και η δυτική πύλη της, που σώζεται σε καλή κατάσταση.

Το χαρακτηριστικό που την ξεχωρίζει από την αγορά των κλασικών χρόνων είναι πως αυτή σχεδιάστηκε και κτίστηκε εξ αρχής για οικονομικούς και εμπορικούς λόγους. Μετά την εισβολή των Ερούλων και την καταστροφή της πόλης (τέλη 3ου μ.Χ. αιώνα) οι οικονομικές δραστηριότητες περιορίστηκαν στη ρωμαϊκή αγορά εντός του λεγόμενου Υστερορωμαϊκού τείχους, που έγινε και το διοικητικό κέντρο της Αθήνας. Κατά τους επόμενους αιώνες (Βυζαντινοί χρόνοι, Φραγκοκρατία και Τουρκοκρατία) στον χώρο κτίστηκαν σπίτια, εργαστήρια, χριστιανικές εκκλησίες και αργότερα και το Φετιχιέ τζαμί, αλλά η οικονομική δραστηριότητα συνεχίστηκε ως Σταροπάζαρο.

19 - 11 B.C

Λόφος και μνημείο Φιλοπάππου

Ο λόφος του Φιλοπάππου ή λόφος των Μουσών, όπως ονομαζόταν στην αρχαιότητα, βρίσκεται νοτιοδυτικά από τον βράχο της Ακρόπολης. Το όνομά του το πήρε από το μνημείο του Φιλοπάππου, εγγονού του Αντίοχου του Δ΄του Επιφανούς, βασιλέα της Συρίας. Ο Φιλόπαππος έφερε τον τιμητικό τίτλο του Ρωμαίου υπάτου και αγαπούσε πολύ την πόλη των Αθηνών της οποίας είχε ανακηρυχθεί πολίτης (τέλη 1ου μ.Χ. αιώνα) και είχε τιμηθεί και με διάφορα αξιώματά της.

Τη δεκαετία του 1950, μετά από ανασκαφές του αρχαιολόγου Ιωάννου Τραυλού, ανακαλύφθηκε πως το μνημείο ήταν το Μαυσωλείο του Φιλοπάππου. Σήμερα σώζεται μόνο ο ένας τοίχος του μεγαλοπρεπούς Μαυσωλείου που φέρει ανάγλυφες παραστάσεις από τη ζωή του Φιλοπάππου. Επίσης σώζεται και μια επιγραφή. Ο Παυσανίας περιγράφει το μνημείο, αλλά λόγω των πολλών διακοσμητικών στοιχείων του, δεν το θεωρεί ισάξιο με τα άλλα της κλασικής Αθήνας και των Ελληνιστικών χρόνων.

114 - 116 A.D

Πύλη Αδριανού

Ο φιλέλληνας Ρωμαίος Αυτοκράτορας Αδριανός (117-138 μ.Χ.) ίδρυσε έξω από το ανατολικό τμήμα της αρχαίας πόλης των κλασικών χρόνων μια καινούρια συνοικία και οι Αθηναίοι για να τον τιμήσουν την ονόμασαν Αδριανούπολη και έκτισαν (131-132 μ.Χ.) μια αψίδα από πεντελικό μάρμαρο που οδηγούσε από την παλιά πόλη στη νέα. Η αψίδα αυτή σώζεται έξω από τον περίβολο του ναού του Ολυμπίου Διός σε πολύ καλή κατάσταση και αποτελεί ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα και πλέον φωτογραφημένα σημεία της πόλης.

Στα τέλη του 18ου αιώνα η αψίδα αποτέλεσε τμήμα του αμυντικού τείχους της πόλης (τείχος Χασεκή) με το όνομα «Πύλη της Βασιλοπούλας», ή «Καμαρόπορτα». Σήμερα βρίσκεται στο κέντρο πλέον της σύγχρονης πόλης, μαρμάρινο μνημείο που υπενθυμίζει τη δόξα της αρχαίας Αθήνας.

131 A.D

Στύλοι Ολυμπίου Διός, Ολυμπιείον

Ο Ναός του Ολυμπίου Διός, νοτιοανατολικά από την Ακρόπολη και σε οπτική επαφή με αυτήν, άρχισε να κτίζεται από τον τύραννο των Αθηνών Πεισίστρατο τον 6ο π.Χ. αιώνα. Η ανέγερση του ναού διακόπηκε την εποχή της Αθηναϊκής δημοκρατίας επειδή θεωρήθηκε σύμβολο της τυραννίας. Κατά τους ελληνιστικούς χρόνους έγινε απόπειρα να συνεχιστεί η ανέγερση του ναού από τον βασιλιά της Συρίας Αντίοχο Δ΄ τον Επιφανή, αλλά πάλι διεκόπη μετά τον θάνατό του. Κατά την επιδρομή του Σύλλα το 86 π.Χ., ο μισοτελειωμένος ναός υπέστη καταστροφές.

Η ολοκλήρωσή του, σύμφωνα μάλιστα με το αρχικό σχέδιο, ολοκληρώθηκε από τον φιλέλληνα αυτοκράτορα Αδριανό το 131 μ.Χ. Μετά την επιδρομή των Ερούλων τον 3ο αιώνα ο ναός εγκαταλείφθηκε και ερημώθηκε και οι περισσότεροι κίονες καταστράφηκαν για να χρησιμοποιηθούν ως οικοδομικό υλικό. Σήμερα σώζονται 16 κίονες, ο ένας μάλιστα πεσμένος στο χώμα, από μια μεγάλη θύελλα το 1852. Στον αρχαιολογικό χώρο του ναού, εκτός από τον κυρίως ναό, σώζονται ίχνη και ερείπια από ρωμαϊκά λουτρά, οικίες των κλασικών χρόνων, τα θεμέλια μιας παλαιοχριστιανικής βασιλικής και τμήμα της οχύρωσης της πόλης κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους.

131 A.D

Βιβλιοθήκη Αδριανού

Στην οδό Άρεως, απέναντι από την είσοδο του σταθμού στο Μοναστηράκι, βρίσκεται ο αρχαιολογικός χώρος της Βιβλιοθήκης του Αδριανού με τα λιγοστά ερείπια που έχουν απομείνει ανέπαφα και πολλά άλλα ευρήματα των αρχαιολογικών ανασκαφών που ακόμα συνεχίζονται. Τη Βιβλιοθήκη μας την περιγράφει ο περιηγητής Παυσανίας (2ος μ.Χ. αιώνας), που γράφει πως αποτελείτο από 100 κολόνες που στήριζαν την στέγη η οποία στο εσωτερικό της ήταν επίχρυση, ενώ τον χώρο κοσμούσαν αλαβάστρινα πολύτιμα αντικείμενα.

Σήμερα διακρίνουμε τις βάσεις από τις κολόνες της εσωτερικής αυλής που σχηματίζουν στοές (τέσσερις με μήκος επτά μέτρων), τα θεμέλια και κάποιους τοίχους από ένα διώροφο κτίριο (νότια), ένα περίπτερο ερειπωμένο (κέντρο της αυλής) και την είσοδο της βιβλιοθήκης (βορειοδυτικά) με τους 7 κίονες κορινθιακού ρυθμού. Η είσοδος στον αρχαιολογικό χώρο γίνεται από την οδό Άρεως, απέναντι από την έξοδο του σταθμού του μετρό Μοναστηράκι.

132 A.D

Ωδείο Ηρώδου Αττικού ή Ηρώδειο

Το Ωδείο του Ηρώδου Αττικού ή, όπως ονομάζεται σήμερα, Ηρώδειο, κτίστηκε στη νοτιοδυτική πλευρά του βράχου της Ακρόπολης κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους (2ος μ.Χ. αιώνας) από τον πλούσιο Αθηναίο Ηρώδη Αττικό, στη μνήμη της γυναίκας του Ρηγίλλης. Μετά την παρακμή της πόλης την εποχή του Βυζαντίου, το Ηρώδειο ερειπώθηκε και θάφτηκε κάτω από όγκους χωμάτων. Οι ξένοι περιηγητές της εποχής της Τουρκοκρατίας έδιναν στα ελάχιστα ορατά ερείπια διάφορα ονόματα, φανταστικά τα περισσότερα.

Μόλις το 1764 ο Βρετανός αρχαιολόγος Τσάντλερ μίλησε για το Ωδείο του Ηρώδη του Αττικού. Με τις ανασκαφές του 19ου αιώνα ήρθαν στο φως τα ερείπια του αρχαίου θεάτρου, το οποίο αναστηλώθηκε στα 1950 και επενδύθηκε με πεντελικό μάρμαρο στις θέσεις των θεατών και μάρμαρο του Υμηττού στην ορχήστρα. Έκτοτε το καλοκαίρι φιλοξενεί καλλιτεχνικές εκδηλώσεις υψηλού επιπέδου, κυρίως του Φεστιβάλ Αθηνών.

161 A.D

Μονή Δαφνίου

Η Μονή Δαφνίου βρίσκεται στην άκρη του άλσους Χαϊδαρίου. Πιθανολογείται πως βρίσκεται στη ίδια θέση με τον αρχαίο ναό του Δαφναίου Απόλλωνα. Η Mονή είναι οχυρωμένη με αμυντικούς πύργους και ψηλά τείχη με δυο εισόδους που οδηγούν στον περίβολο. Στο κέντρο του περιβόλου βρίσκεται ο ναός της Μονής, το επιβλητικό «Καθολικό».

Διακρίνονται επίσης και άλλα κτίσματα όπως τα αρχικά κελιά, η τραπεζαρία των μοναχών. Η Μονή και τα κτίσματά της έχουν ανακαινιστεί πολλές φορές κατά τη υπερχιλιόχρονη ζωή της. Το καθολικό της μονής χρονολογείται από τον 11ο αιώνα, όπως και τα περισσότερα βυζαντινά κτίσματα της ευρύτερης περιοχής της Αθήνας.
Ο ψηφιδωτός διάκοσμος διατηρείται σε πολλά σημεία πανέμορφος και εντυπωσιακός. Η μονή παρήκμασε κατά τον 19ο αιώνα, όταν και εγκαταλείφθηκε από τους μοναχούς. Στα τέλη του 19ου αιώνα χρησιμοποιήθηκε και ως δημόσιο ψυχιατρείο. Σήμερα η οχυρά μονή περιλαμβάνεται στον Παγκόσμιο κατάλογο Πολιτιστικής κληρονομιάς της Unesco

11th Century

Καπνικαρέα

Ο βυζαντινός ναός της Καπνικαρέας είναι από τα πλέον χαρακτηριστικά σημεία του βυζαντινού παρελθόντος της Αθήνας. Χρονολογείται από τον 11ο περίπου αιώνα, είναι αφιερωμένος στα Εισόδια της Θεοτόκου και βρίσκεται στο μέσον της οδού Ερμού.
Πιθανολογείται πως κτίστηκε στη θέση παλαιότερου χριστιανικού ναού που τον έκτισε η Αθηναία Αυτοκράτειρα του Βυζαντίου Ευδοκία (γυναίκα του Θεοδοσίου του Μικρού – 5ος αιώνας μ.Χ.), πάνω στα θεμέλια αρχαίου ναού της Αθηνάς ή της Δήμητρας. Σήμερα ανήκει στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Ο αρχιτεκτονικός ρυθμός του ναού είναι σύνθετος τετρακιόνιος σταυροειδής εγγεγραμμένος. Στα αρχές του 20ου αιώνα προστέθηκε στη βόρεια πλευρά του ναού το παρεκκλήσι της Αγίας Βαρβάρας. Πολλές από τις αγιογραφίες του εσωτερικού του ναού οφείλονται στον περίφημο Φώτη Κόντογλου. Το όνομα του ναού οφείλεται μάλλον στον αρχικό κτίτορά της, που κατά τις παραδόσεις ήταν εισπράκτορας του καπνικού φόρου στην πόλη. Άλλη παράδοση αποδίδει το παλιότερο όνομά του Καμουχαρέα στα εργαστήρια μεταξωτών υφασμάτων (καμουχάδες) της περιοχής.

1050 A.D

Ναός Αγίου Νικολάου Ραγκαβά

Ο Ναός του Αγίου Νικολάου του Ραγκαβά βρίσκεται στην Πλάκα, λίγο κάτω από τα Αναφιώτικα. Κτίστηκε στις αρχές του 11ου αιώνα και είναι ένα από τα πιο αξιόλογα μνημεία της εποχής. Είναι κτισμένος σύμφωνα με τον τύπο απλός τετρακιόνιος σταυροειδής εγγεγραμμένος, με μικρό οκταγωνικό τρούλο (αθηναϊκού τύπου) και πλινθοπερίκλειστη τοιχοποιία. Αρχικοί κτίτορες του ναού ήταν η βυζαντινή οικογένεια των Ραγκαβάδων.

Ο ναός που ερειπώθηκε κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1821 ξανακτίστηκε με τα ίδια υλικά, αλλά στη συνέχεια υπέστη πολλές αλλοιώσεις και ξένες προς το αρχικό πνεύμα του ναού επεμβάσεις. Τη δεκαετία του 1970 αποκαταστάθηκε σε μεγάλο βαθμό η αρχική μορφή του, αλλά όχι πλήρως. Η παράδοση λέει πως η καμπάνα του σήμανε πρώτη το χαρμόσυνο γεγονός της απελευθέρωσης της πρωτεύουσας στις 12 Οκτωβρίου 1944.

1040 - 1050 A.D

Ναός Αγίας Αικατερίνης

Ο Ναός της Αγίας Αικατερίνης στην Πλάκα κτίστηκε στα μέσα του 11ου αιώνα και είναι τετρακίονος σταυροειδής εγγεγραμμένος με τρούλο. Οι μελετητές της βυζαντινής ιστορίας της πόλης θεωρούν πως όταν κτίστηκε ήταν αφιερωμένος στον Άγιο Θεόδωρο, γεγονός που φαίνεται και από μια αφιερωματική επιγραφή που σώζεται παραμορφωμένη σε ένα τμήμα του μαρμάρινου κίονα που στηρίζει την Αγία Τράπεζα.

Είναι παλιός ενοριακός ναός της συνοικίας Αλίκοκου της Πλάκας, απέναντι από το χορηγικό μνημείο του Λυσικράτους, το οποίο παλαιότερα ήταν ενσωματωμένο στην παλιά καθολική μονή των Καπουτσίνων μοναχών. Τις εσωτερικές τοιχογραφίες φιλοτέχνησε κατά την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα ο αγιογράφος Γ.Δ. Καφετζιδάκης.

1045 A.D

Αρχοντικό Μπενιζέλων

Το αρχοντικό των Μπενιζέλων, της περίφημης αθηναϊκής οικογένειας των χρόνων της Τουρκοκρατίας, κτίστηκε τον 16ο αιώνα, κατά την πρώτη Τουρκοκρατία, πριν δηλαδή τις καταστροφές του Μοροζίνη. Γόνος της γνωστής οικογένειας ήταν και η Ρηγούλα Μπενιζέλου, που μετέπειτα αγιοποιήθηκε ως Αγία Φιλοθέη. Στο κατώι του επιβλητικού κτιρίου δημιουργείται στοά από ικανό αριθμό ωραίων κυλινδρικών κιόνων με καμάρες απλής μορφής.

Επίσης, στην πρόσοψη διακρίνεται η πέτρινη σκάλα που οδηγεί από την κλειστή αυλή του μεγάρου στον πρώτο όροφο, το ανώι. Εκεί υπάρχει ένα χαγιάτι με μεγάλα ανοίγματα που στηρίζεται με υποστυλώματα. Σε κατοπινούς χρόνους τα μεγάλα ανοίγματα καλύφθηκαν από συρόμενα τζάμια. Η κλειστή αυλή του περιβάλλεται από ψηλούς μαντρότοιχους, όπως όλα τα αθηναϊκά σπίτια της εποχής. Αποτελεί ίσως το πιο σημαντικό αρχιτεκτονικά και ιστορικά κτίριο της εποχής της Τουρκοκρατίας, που δεν έχει τύχει ακόμα της προσοχής που του αξίζει.

1550 A.D

Το Μετόχι του Παναγίου Τάφου

Ο Ναός των Αγίων Αναργύρων, ή Αγιοταφίτικο Μετόχι, ή ευρύτερα αποκαλούμενο Μετόχι του Παναγίου Τάφου βρίσκεται στα Αναφιώτικα στη Πλάκα και είναι ένας ναός του 17ου αιώνα. Κτίστηκε και λειτούργησε ως γυναικείο μοναστήρι, πιθανόν ιδιοκτησίας Κολοκύνθη –γνωστής αθηναϊκής οικογένειας της εποχής.

Ο αφιερωμένος στους Αγίους Αναργύρους ναός, το Καθολικό του παλιού μοναστηριού, είναι μια καμαροσκέπαστη μονόκλιτη βασιλική. Λόγω της ιδιότητάς του (από τον 18ο αιώνα είναι Μετόχι του Πανάγιου Τάφου) συνδέεται με τις θρησκευτικές τελετές της Λαμπρής και προσελκύει πολλούς επισκέπτες, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, δεδομένου πως το Άγιο Φως από τα Ιεροσόλυμα φτάνει πρώτα εδώ το βράδυ της Ανάστασης. Ο ναός έχει κτιστεί στη θέση αρχαίου ναού αφιερωμένου στη θεά Αφροδίτη.

1610 - 1650 A.D

Οικία Κλεάνθη

Η οικία Κλεάνθη-Schaubert ή Παλιό Πανεπιστήμιο, βρίσκεται ψηλά στην Πλάκα, στην οδό Θόλου και είναι πολύ παλιό κτίσμα (ίσως από τον 17ο αιώνα). Το κτίριο το αγόρασαν από την Οθωμανή ιδιοκτήτριά του οι φίλοι και συνεργάτες αρχιτέκτονες Κλεάνθης και Schaubert, όταν ήλθαν στην απελευθερωμένη πια Αθήνα. Το παλιό κτίριο με τα τεραστίων διαστάσεων τοιχώματα και τα θολοσκέπαστα υπόγεια επιδιορθώθηκε και συμπληρώθηκε με νέα κτίσματα από τους δύο αρχιτέκτονες που ενοποίησαν το παλιό κτίσμα με τα νεότερα. Το 1834 στεγάστηκε εδώ το Γυμνάσιο Θηλέων και λίγο αργότερα το Πανεπιστήμιο που μόλις είχε ιδρυθεί.

Τότε, το 1837, για τις ανάγκες του Πανεπιστημίου προστέθηκαν τρεις αίθουσες και ένα αμφιθέατρο Ανατομίας. Μετά το 1841 που το Πανεπιστήμιο απέκτησε δικιά του στέγη, στην οικία Κλεάνθη στεγάστηκαν το Διδασκαλείο και το Πειραματικό Αλληλοδιδακτικό Σχολείο, ενώ αργότερα έγινε στρατώνας. Μετά από πολλές ιδιοκτησιακές περιπέτειες και πολλές διαφορετικές χρήσεις, το 1963 ανακηρύχτηκε διατηρητέο κτίριο και το 1967 παραχωρήθηκε στο Πανεπιστήμιο που το συντήρησε, το ανακαίνισε και στέγασε εκεί το Μουσείο της Ιστορίας του Πανεπιστημίου.

17th Century

Λουτρό Αέρηδων

Το δημόσιο Λουτρό των Αέρηδων (χαμάμ) βρίσκεται στην οδό Κυρρήστου, στην Πλάκα. Αρχικά, κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας, κτίστηκε ένα χαμάμ (δημόσιο λουτρό) που ονομαζόταν το Χαμάμ του Αμπίντ Αφέντη. Το χαμάμ αυτό υπέστη εκτεταμένες ζημιές κατά τη διάρκεια των μαχών της πολιορκίας της Ακρόπολης από τον Κιουταχή το 1827. Στη συνέχεια, επί της βασιλείας του Όθωνα, το χαμάμ επισκευάστηκε και προστέθηκαν και άλλες εγκαταστάσεις όπως αποδυτήρια, ενώ συνέχισε τη λειτουργία του μέχρι και τους πρώτους μεταπολεμικούς χρόνους (1950-1960), οπότε και εγκαταλείφθηκε.

Τις δεκαετίες του 1980 και του 1990 το υπουργείο Πολιτισμού έκανε αρκετές επεμβάσεις και ανακαινίσεις, με αποτέλεσμα την αποκατάσταση του κτιρίου στην αρχική του μορφή, και τη δημιουργία εκθεσιακών χώρων. Σήμερα οι επισκέπτες μπορούν να δουν πώς λειτουργούσε ένα χαμάμ κατά την Τουρκοκρατίας και έπειτα. Το κτίριο στεγάζει επίσης ένα παράρτημα του Μουσείου Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης.

1721 A.D

Τζαμί Τζισταράκη

Ένα από τα λίγα μουσουλμανικά μνημεία της δεύτερης περιόδου (1689-1821) της Τουρκοκρατίας στην Αθήνα είναι το τέμενος που είναι γνωστό με το όνομα «το Τζαμί του Τζισταράκη». Κτίστηκε το 1759 από τον Βοεβόδα –δηλαδή τον κυβερνήτη– των Αθηνών Τζισταράκη. Οι παλιές παραδόσεις της πόλης λένε πως τον ασβέστη που χρειάστηκε στις οικοδομικές εργασίες τον πήραν από το λιώσιμο μιας κολόνας από τους Στύλους του Ολυμπίου Διός, η έρευνα όμως έδειξε πως μάλλον χρησιμοποιήθηκε μια κολόνα από τη βιβλιοθήκη του Αδριανού.

Τον 20ο αιώνα εγκαταστάθηκε στο πρώην τζαμί το Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης, ενώ σήμερα φιλοξενείται παράρτημα του παραπάνω μουσείου. Αξιοσημείωτο είναι πως το 1966 ανακαινίστηκε μερικώς για να μπορέσει να εκτελέσει τα θρησκευτικά του καθήκοντα ο πάμπλουτος έκπτωτος μονάρχης της Σαουδικής Αραβίας Ίμπν Σαούντ που ήταν εξόριστος στην Ελλάδα.

1759 A.D

Οικισμός Ύδρας

Ο παραδοσιακός οικισμός της Ύδρας (πρωτεύουσα και λιμάνι του ομώνυμου νησιού) είναι ένας πολύ γραφικός παλαιός, ιστορικός οικισμός, κηρυγμένος ολόκληρος διατηρητέος. Κτισμένος στο κέντρο του νησιού, εντυπωσιάζει με τα πετρόκτιστα κεραμοσκέπαστα και στα χρώματα της γης σπίτια του, τα όμορφα αρχοντικά και τους προμαχώνες στην είσοδο του λιμανιού. «Μικρή Αγγλία» την είχε αποκαλέσει ο Ιμπραήμ, εξαιτίας του τεράστιου για το μέγεθός της στόλου (στην επανάσταση του 1821 αριθμούσε 186 πλοία) και για το αξιόμαχο των πληρωμάτων της. Ανέδειξε σπουδαίους καπεταναίους και θαλασσομάχους (Μιαούλης, Τομπάζης, Σαχτούρης).
Από τη δεκαετία του 1950 μέχρι σήμερα, η Ύδρα είναι το αγαπημένο νησί των VIPS και των καλλιτεχνών. Στα σοκάκια της έχουν περπατήσει ο Πικάσο και ο Σαγκάλ, στα νερά της έχει κολυμπήσει η Σοφία Λόρεν, στις ταβέρνες της έχουν απολαύσει το φαγητό τους προσωπικότητες της πολιτικής και του διεθνούς επιχειρηματικού κόσμου.
Στο νησί δεν κυκλοφορούν αυτοκίνητα και οι μετακινήσεις πραγματοποιούνται με τα πόδια ή με τα παραδοσιακά γαϊδουράκια, τα οποία μάλιστα θεωρούνται ιδιαίτερο είδος, καθώς είναι εξοικειωμένα με το ανεβοκατέβασμα των εκατοντάδων σκαλοπατιών των σκαλωτών δρόμων του οικισμού και του νησιού.
Πλούσιες είναι οι πολιτιστικές εκδηλώσεις που διοργανώνονται κατά τη διάρκεια ολόκληρου του έτους. Στην Ύδρα φιλοξενείται κάθε χρόνο διεθνές συνέδριο για το Ρεμπέτικο τραγούδι.

1799 - 1801 A.D

Οικία Βούρου – Ευταξία – Μουσείο της πόλεως των Αθηνών

Το συγκρότημα των δυο συνεχόμενων κτιρίων της οδού Παπαρρηγοπούλου στην πλατεία Κλαυθμώνος που στεγάζει το Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών αποτελείται από την οικία Δεκόζη-Βούρου και την οικία Ευταξία. Το κτίριο της οικίας Δεκόζη-Βούρου κτίστηκε το 1834 σε σχέδια των Γερμανών αρχιτεκτόνων Λούντερς και Χόφερ για λογαριασμό του εκ Χίου τραπεζίτη Δεκόζη-Βούρου. Πρόκειται για ένα από τα πρώτα νέα κτίσματα της πόλης και αποτελεί δείγμα του ρεύματος του πρώιμου κλασικισμού στην αρχιτεκτονική. Το κτίριο δέσποζε στον χώρο της πλατείας που δεν είχε ακόμα διαμορφωθεί και διακρίνονταν τα ερείπια του τείχους του Χασεκή.

Στο κτίριο αυτό φιλοξενήθηκε το βασιλικό ζεύγος του Όθωνα και της Αμαλίας από το 1837 έως το 1843 που εγκαταστάθηκε στα νεοανεγερθέντα ανάκτορα. Μεταπολεμικά το κτίριο αυτό ανακαινίστηκε, όπως και το διπλανό του (οικία Ευταξία), με μελέτη του διακεκριμένου αρχιτέκτονα και μελετητή Ιωάννη Τραυλού. Σήμερα στεγάζει το Μουσείο της πόλεως των Αθηνών, παρουσιάζοντας την ιστορία της πόλης από την ανακήρυξή της σε πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους.

1833 A.D

Εθνικός κήπος

Ο Εθνικός κήπος είναι ένα μεγάλο άλσος έκτασης 155 στρεμμάτων στο κέντρο της Αθήνας, δίπλα στη Βουλή και την Πλατεία Συντάγματος, με εισόδους από τη Λεωφόρο Αμαλίας, το Ζάππειο, την Ηρώδου Αττικού και τη Βασιλίσσης Σοφίας. Η παλιά του ονομασία ήταν Βασιλικός κήπος, διότι ιδρύθηκε από τη βασίλισσα Αμαλία τον 19ο αιώνα (1836), όταν Βαυαροί ειδικοί φύτεψαν τα πρώτα φυτά και τον μετέτρεψαν σε κήπο των ανακτόρων.

Πρόκειται για έναν μεγάλο βοτανικό κήπο που φιλοξενεί και σημαντικό αριθμό εκπροσώπων της τοπικής πανίδας. Αποτελεί σημαντικό χώρο για περίπατο, περισυλλογή και χαλάρωση, με ωραία χωμάτινα μονοπάτια και δρόμους, ανάμεσα σε ερείπια αρχαίων κτισμάτων, σύγχρονους κήπους, αγάλματα και προτομές σημαντικών Ελλήνων και με τη συντροφιά χιλιάδων πουλιών που κελαηδούν και τιτιβίζουν ολημερίς. Παλαιότερα υπήρχε και ένας μικρός αλλά ενδιαφέρων ζωολογικός κήπος με ποικιλία ζώων κυρίως από την Ελλάδα. Σήμερα λειτουργεί μικρό καφενείο (έξοδος προς Ηρώδου Αττικού), μια παιδική βιβλιοθήκη και παιδική χαρά.

1839 A.D

Πανεπιστήμιο Αθηνών

Το 1839 τέθηκε ο θεμέλιος λίθος του κεντρικού κτιρίου του Πανεπιστημίου Αθηνών και άρχισε η οικοδόμησή του σε σχέδια του Δανού αρχιτέκτονα Χανς Κριστιάν Χάνσεν, ο οποίος κατάφερε να οικοδομήσει ένα κτίριο σύμφωνα με τις αρχές του κλασικισμού, συνταιριάζοντάς το με το τότε περιβάλλον της πόλης. Το κτίριο ολοκληρώθηκε τελικά το 1864 με τη συνδρομή πολλών ακόμα αρχιτεκτόνων (Καυταντζόγλου, Θεοφιλάς) και με την οικονομική βοήθεια πολλών Ελλήνων από το εσωτερικό και τη διασπορά. Οι τοιχογραφίες της ζωφόρου στη μπροστινή στοά σχεδιάστηκαν από τον Βαυαρό Ραχλ, αλλά εκτελέστηκαν από τον Πολωνό Λεμπιέντσκι μετά τον θάνατο του Ραχλ.

Την πρόσοψη του κτιρίου κοσμούν οι ανδριάντες του Ρήγα Φεραίου, του πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄, του Αδαμάντιου Κοραή, του Γλάδστωνος και του Ιωάννη Καποδίστρια. Με την ανέγερση στη συνέχεια των κτιρίων της Βιβλιοθήκης και της Ακαδημίας, εκατέρωθεν του Πανεπιστημίου, δημιουργήθηκε η σύνθεση που είναι γνωστή στην ιστορία της πόλης ως η «Αθηναϊκή τριλογία» του νεοκλασικισμού.

1839 A.D

Παλαιά Ανάκτορα, Βουλή των Ελλήνων

Το επιβλητικό και λιτής γραμμής κτίριο που σήμερα στεγάζει τη Βουλή των Ελλήνων, μέχρι το 1909, οπότε υπέστη ζημιές από πυρκαγιά, ήταν τα Παλαιά Ανάκτορα των βασιλέων. Το κτίριο οικοδομήθηκε μεταξύ των ετών 1836-1843 από τον Βαυαρό αρχιτέκτονα Γκέρτνερ, για τις ανάγκες του βασιλιά Όθωνα. Βρισκόταν στην άκρη της τότε πόλης, κοντά στη Μεσογείτικη πύλη (Μπουμπουνίστρα) των παλιών τειχών, ανάμεσα στους λόφους της Ακρόπολης και του Λυκαβηττού. Το βασιλικό ζεύγος εγκαταστάθηκε στα ανάκτορα το καλοκαίρι του 1843, ενώ μέχρι τότε διέμενε προσωρινά σε πολυτελείς οικίες πλουσίων Αθηναίων.
Ωστόσο, μερικές δευτερεύουσες εργασίες στα Ανάκτορα συνεχίστηκαν για μια δεκαετία ακόμα. Μετά τις καταστροφικές πυρκαγιές του 1884 και του 1909, η βασιλική οικογένεια εγκαταστάθηκε στα ανάκτορα στο Τατόι. Κατά τα επόμενα χρόνια τα Παλαιά Ανάκτορα αξιοποιήθηκαν για διάφορες χρήσεις, μέχρις ότου η κυβέρνηση Ελ. Βενιζέλου αποφάσισε την εγκατάσταση της Βουλής και της Γερουσίας στο κτίριο.

Το κτίριο υπέστη εκτεταμένες επεμβάσεις και ανακαινίσεις ώστε να μπορεί να καλύψει τις ανάγκες των νομοθετικών σωμάτων και παραδόθηκε στη Βουλή το 1935. Μετά τη δικτατορία Μεταξά στεγάστηκαν σε αυτό διάφορες κρατικές υπηρεσίες και η Βουλή επαναλειτούργησε το 1946 και συνεχίζει μέχρι σήμερα, με ένα διάλειμμα κατά τη διάρκεια της Χούντας (1967-1974).

1843 A.D

Πλατεία Συντάγματος

Η Πλατεία Συντάγματος είναι η κεντρικότερη πλατεία της πόλης, απέναντι ακριβώς από το κτίριο της Βουλής δηλαδή τα παλαιά Ανάκτορα των βασιλέων. Στα πρώτα σχέδια των Αθηνών ονομάζεται πλατεία Μουσών. Μετά την ανέγερση των ανακτόρων, ονομάζεται πλατεία Ανακτόρων και, μετά τη λαϊκή εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, ονομάζεται πλατεία Συντάγματος. Η πλατεία περιβάλλεται ανατολικά από την οδό Αμαλίας που την χωρίζει από το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτου και τη Βουλή, βόρεια από την οδό βασιλέως Γεωργίου Α΄, δυτικά από την οδό Φιλελλήνων και νότια από την οδό Όθωνος. Κάτω από την πλατεία είναι ο σταθμός του Μετρό Σύνταγμα.

Αξίζει να παρατηρήσει κανείς πως η αρίθμηση των δρόμων της Αθήνας ξεκινά από το Σύνταγμα, όπως και οι χιλιομετρικές αποστάσεις των πόλεων της Ελλάδας. Λόγω της γειτνίασής της με τα Ανάκτορα παλαιότερα και τη Βουλή εν συνεχεία, η πλατεία είναι συνδεδεμένη με πολλά πολιτικά και γενικότερα κοινωνικά γεγονότα, όπως η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου, οι παλλαϊκές εκδηλώσεις την ημέρα της Απελευθέρωσης από τους Γερμανούς (12 Οκτωβρίου 1944), η έναρξη των γεγονότων των Δεκεμβριανών (1944) και, φυσικά, οι περισσότερες πολιτικές ομιλίες των αρχηγών των κομμάτων κατά τις προεκλογικές περιόδους και τις εκλογικές αναμετρήσεις.

1843 A.D

Βυζαντινό μουσείο

Το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο στην οδό Βασιλίσσης Σοφίας, είναι ένα από τα σημαντικά μουσεία διεθνώς σε σχέση με την εποχή των βυζαντινών και μεταβυζαντινών χρόνων. Οι συλλογές του, τις οποίες απαρτίζουν περισσότερα από 25.000 αντικείμενα που χρονολογούνται από τον 2ο μ.Χ. αιώνα και φτάνουν ως τις μέρες μας, προέρχονται όχι μόνο από τον ελλαδικό χώρο, αλλά και από τον μικρασιατικό και τον ευρύτερο βαλκανικό χώρο. Το κτίριο στο οποίο στεγάζεται σήμερα το μουσείο, η βίλα Ιλίσια, είναι ένα πολύ ωραίο και ενδιαφέρον αρχιτεκτονικά κτίσμα του 19ου αιώνα και, ειδικότερα, των πρώτων χρόνων από την απελευθέρωση της πόλης.

Στην πραγματικότητα πρόκειται για συγκρότημα κτιρίων που ξεκίνησε να κτίζει ο γνωστός Έλληνας αρχιτέκτονας Σταμάτιος Κλεάνθης για λογαριασμό της δουκίσσης της Πλακεντίας που έμενε πολλά χρόνια στην Αθήνα. Το κεντρικό κτίριο, η κατοικία της δούκισσας, έχει δυο ορόφους και υπόγειο και, μαζί με τα υπόλοιπα κτίσματα αρκετά χρόνια μετά τον θάνατό της, περιήλθε στο ελληνικό δημόσιο. Το 1926 ο χώρος παραχωρήθηκε για τη στέγαση του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου και μετά τις απαραίτητες επεμβάσεις το 1930 ξεκίνησε η λειτουργία του καινούριου μουσείου της πόλης.

1850 A.D

Ακαδημία Αθηνών

Το επιβλητικό και αρχαιοπρεπές μέγαρο της Ακαδημίας Αθηνών οικοδομήθηκε μεταξύ των ετών 1859 έως 1885 με έξοδα της οικογένειας του μεγαλοεπιχειρηματία της Βιέννης βαρόνου Σίμωνος Σίνα, σε σχέδια του φημισμένου Δανού αρχιτέκτονα Θεόφιλου Χάνσεν κα με συμμετοχή στην επίβλεψη του Ερνέστου Τσίλερ. Η θέση της Ακαδημίας, από το 1842 κιόλας, ήταν προαποφασισμένη, καθώς το κτίριο θα αποτελούσε συστατικό στοιχείο της περίφημης «Αθηναϊκής τριλογίας» των κτισμάτων του νεοκλασικισμού.

Το κτίριο είναι ιωνικού ρυθμού με λευκό πεντελικό μάρμαρο και βάσεις από πειραϊκή πέτρα. Τόσο δεξιά όσο και αριστερά της μεγαλοπρεπούς εισόδου, σε δυο ψηλές κολόνες ιωνικού ρυθμού, στέκουν τα αγάλματα της Αθηνάς και του Απόλλωνα (έργα του Λεωνίδα Δρόση), δηλαδή των θεών των γραμμάτων και των τεχνών αντίστοιχα. Επίσης πάνω από την εξωτερική σκάλα εισόδου βρίσκονται δυο αγάλματα με καθήμενους τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη σε σχέδια του Δρόση, τα οποία ωστόσο κατασκευάστηκαν μετά τον θάνατό του. Αν και το κτίριο ήταν έτοιμο από χρόνια, η Ακαδημία ιδρύθηκε μόλις το 1926 και άρχισε να λειτουργεί ως το ανώτατο πνευματικό ίδρυμα της χώρας.

1859 A.D

Αναφιώτικα

Τα Αναφιώτικα, μια από τις παλαιότερες γειτονιές της παλιάς Αθήνας, δημιουργήθηκε στη βορινή πλαγιά του βράχου της Ακρόπολης από Κυκλαδίτες εργάτες και τεχνίτες, οι οποίοι είχαν έρθει, στη νέα, τότε, πρωτεύουσα του ανεξάρτητου κράτους, για να δουλέψουν στις πολλές ανεγειρόμενες οικοδομές και κυρίως στα Ανάκτορα του Όθωνα. Οι τοπικές παραδόσεις αναφέρουν ως πρώτους οικιστές τους Αναφιώτες Δαμίγο και Σιγάλα, τους οποίους σύντομα ακολούθησαν και άλλοι πολλοί.

Εκείνοι άρχισαν να κτίζουν, με την ανοχή των τότε αρχών, τα σπίτια τους κατά το νησιώτικο τρόπο, με τις επίπεδες στέγες τους ενωμένες και δημιουργώντας έναν λαβύρινθο από στενά ανηφορικά σοκάκια με λαξεμένα στο βράχο σκαλοπάτια. Έτσι, η εικόνα παρέπεμπε σε νησιώτικο κυκλαδίτικο οικισμό.

Από το 1862 μέχρι το 1922 η δημιουργημένη πλέον συνοικία κατοικήθηκε από Κυκλαδίτες και μόνο, αλλά μετά το 1922 εγκαταστάθηκαν σε αυτή και πρόσφυγες. Οι πρώτοι οικιστές αναστήλωσαν και επισκεύασαν τα σχεδόν ερειπωμένα εκκλησάκια της περιοχής, τον Άγιο Γεώργιο του Βράχου και τον Άγιο Συμεών και τους πρόσθεσαν νεόκτιστα καμπαναριά. Την δεκαετία του 1950 μέρος της συνοικίας γκρεμίστηκε για αρχαιολογικούς λόγους. Σήμερα απομένουν μερικές δεκάδες σπίτια που έχουν κηρυχθεί διατηρητέα.

1862 A.D

Καθολικός Ναός Αγίου Διονυσίου

Η ανέγερση του Καθολικού Ναού της Αθήνας, στη συμβολή των οδών Πανεπιστημίου και Ομήρου, πέρασε από πολλές περιπέτειες. Ενώ η αγορά του οικοπέδου έγινε το 1847 και ο διακεκριμένος Γερμανός αρχιτέκτονας Κλένζε εκπόνησε μελέτη για μια μεγαλόπρεπη τρίκλιτη βασιλική, της οποίας μάλιστα η κατασκευή ξεκίνησε το 1853, οι εργασίες διακόπηκαν ξαφνικά, λόγω έλλειψης χρημάτων. Το 1858 ανατέθηκε στον Λύσανδρο Καυταντζόγλου να συνεχίσει την κατασκευή και εκείνος πρότεινε μια μικρότερη παραλλαγή πάνω στο αρχικό σχέδιο, ένα κτίριο χωρίς κωδωνοστάσιο και με λιτότερη διακόσμηση, κάτι που ταίριαζε περισσότερο στο υφιστάμενο αρχιτεκτονικό ύφος του Αθηναϊκού νεοκλασικισμού. Ο ναός ολοκληρώθηκε σύντομα, αλλά λειτούργησε για πρώτη φορά το 1865, τρία χρόνια μετά την έξωση του Όθωνα.

Την δεκαπενταετία μετά το 1875 κατασκευάστηκε το Ιερό Βήμα, τα προπύλαια, το προστώο, το διπλανό αρχιεπισκοπικό μέγαρο και άλλα δευτερεύοντα στοιχεία του ναού. Ο δε διάκοσμος των βιτρό κατασκευάστηκε στο Μόναχο στα τέλη του 19ου αιώνα. Αργότερα έγιναν και άλλες δευτερεύουσες προσθήκες, ενώ μετά το 1960 πραγματοποιήθηκαν εκτεταμένες εργασίες αποκατάστασης του ναού στο αρχικό του ύφος.

1853 - 1865 A.D

Εθνική Βιβλιοθήκη

Το εντυπωσιακό κτίριο της Εθνικής Βιβλιοθήκης είναι το ανατολικότερο από τα τρία κτίρια της λεγόμενης «Αθηναϊκής τριλογίας» που κτίστηκαν τον 19ο αιώνα για να στεγάσουν την Εθνική βιβλιοθήκη, το Πανεπιστήμιο και την Ακαδημία. Η Βιβλιοθήκη έγινε σε σχέδια του περίφημου αρχιτέκτονα Θεόφιλου Χάνσεν μετά από δωρεά της οικογένειας των Ελλήνων επιχειρηματιών του εξωτερικού Βαλλιάνων. Το κτίριο είναι κατασκευασμένο από λευκό πεντελικό μάρμαρο και ακολουθεί τον αρχαίο δωρικό ρυθμό που συνδυάζεται με τις αναγεννησιακού ύφους σκάλες. Στην πρόσοψη και τον πρόδομο έχουν φιλοτεχνηθεί τα αγάλματα των εκπροσώπων της οικογένειας Βαλλιάνου.

Αξίζει να σημειωθεί πως η Εθνική Βιβλιοθήκη ως θεσμός ιδρύθηκε από τον Καποδίστρια το 1829 στην Αίγινα και μέχρι το 1902, που στεγάστηκε στο εν λόγω κτίριο, περιφερόταν από κτίριο σε κτίριο, ανάμεσα στα οποία βρίσκεται και ο Άγιος Ελευθέριος, το μικρό εκκλησάκι δίπλα στην Μητρόπολη. Αργότερα φιλοξενήθηκε στο Πανεπιστήμιο μαζί με την Πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη με την οποία και συγχωνεύτηκε το 1866.

1866 A.D

Μητροπολιτικός Ναός των Αθηνών

Ο Καθεδρικός Ναός της Αθήνας (Ευαγγελισμός της Θεοτόκου) κτίστηκε μεταξύ του 1842 και 1862, είναι σταυροειδής τρίκλιτη βασιλική με τρούλο και βρίσκεται στην ομώνυμη οδό, λίγες εκατοντάδες μέτρα από το Σύνταγμα.
Πολλοί αρχιτέκτονες (Χάνσεν, Ζέζος, Μπουλανζέ, Κάλκος και άλλοι) συνέβαλαν στην ανέγερση του ναού. Επίσης πολλοί καλλιτέχνες εργάστηκαν για τον εξωτερικό και κυρίως τον εσωτερικό διάκοσμο του ναού. Χαρακτηριστικό είναι πως ως δομικά υλικά αλλά και ως διακοσμητικά στοιχεία κατά την ανέγερσή του, χρησιμοποιήθηκαν ύλες από ερειπωμένες ή κατεδαφισμένες για αρχαιολογικούς λόγους βυζαντινές εκκλησίες.

Από τότε που έγινε επισήμως ο καθεδρικός ναός της πόλης, πολλές θρησκευτικές τελετές έλαβαν χώρα στον ναό: Γάμοι βασιλέων, κηδείες σημαινόντων προσώπων της πολιτικής και κοινωνικής ζωής του τόπου κ.ά. Από τον σεισμό του 1999 και ως τις μέρες μας, ο ναός βρίσκεται σε φάση συνεχούς επισκευής και συντήρησης, οπότε ως καθεδρικός ναός χρησιμοποιείται ο Άγιος Διονύσιος στο Κολωνάκι. Στο εσωτερικό του ναού ο επισκέπτης μπορεί να δει τις μαρμάρινες λάρνακες όπου φυλάσσονται τα οστά της Αγίας Φιλοθέης και του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε’.

1862 A.D

Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο

Στο Αρχαιολογικό Μουσείο, στην οδό Πατησίων, στο κέντρο της πόλης, εκτίθενται αντιπροσωπευτικά δείγματα και μερικά από τα σημαντικότερα έργα της αρχαίας τέχνης από το σύνολο του ελλαδικού χώρου, όλων των περιόδων, από τη Νεολιθική εποχή, έως τους Ύστερους Ρωμαϊκούς χρόνους. Ο θησαυρός από το ναυάγιο των Αντικυθήρων, η νεκρική μάσκα του Αγαμέμνονα, οι τοιχογραφίες της Θήρας, ο Ποσειδώνας του Αρτεμισίου, ο Έφηβος των Αντικυθήρων, το Κύπελλο του Νέστορα και ο Παις του Μαραθώνα, είναι μόνο μερικά από τα σημαντικότερα έργα που θαυμάζει ο επισκέπτης. Επίσης στη νότια πτέρυγα του συγκροτήματος στεγάζεται το επιγραφικό Μουσείο, που φιλοξενεί τη μεγαλύτερη συλλογή αρχαίων επιγραφών από τον ελλαδικό χώρο, στον κόσμο.

Το ύφος του κτιρίου, που καταλαμβάνει ένα ολόκληρο οικοδομικό τετράγωνο, δίπλα στα κτίρια του Εθνικού Μετσόβειου Πολυτεχνείου, ακολουθεί τις επιταγές της νεοκλασικής αρχιτεκτονικής που κυριαρχούσε στην Ελλάδα και την Ευρώπη κατά τον 19ο αιώνα, την εποχή δηλαδή που κτίστηκε το μουσείο. Τη μεγάλης πολιτιστικής, γνωστικής και αισθητικής αξίας περιήγηση του επισκέπτη στα εκθέματα και τις συλλογές του μουσείου, έρχεται να συμπληρώσει ο διακριτικός, αλλά υψηλής αξίας κήπος εμπρός και στο πλάι του κτιρίου.

1866 - 1889 A.D

Παναθηναϊκό στάδιο

Το Παναθηναϊκό στάδιο ή «Καλλιμάρμαρο» όπως ονομάζεται επίσης, θεμελιώθηκε τον 4ο π.Χ. αιώνα από τον Λυκούργο σε ένα κοίλωμα του λόφου του Αρδηττού και ανακαινίστηκε και επεκτάθηκε επί Ηρώδου του Αττικού. Μετά την παρακμή της πόλης κατά τους χριστιανικούς χρόνους και τους χρόνους της ξενοκρατίας, το στάδιο ερειπώθηκε και θάφτηκε κάτω από όγκους χωμάτων.

Ο χώρος ανασκάφηκε και το αρχαίο στάδιο αναστηλώθηκε για τους σύγχρονους Ολυμπιακούς αγώνες του 1896 με λευκό πεντελικό μάρμαρο και, έκτοτε, συνδέθηκε με τις μεγαλύτερες αθλητικές στιγμές της Ελλάδας του τέλους του 19ου και ολόκληρου του 20ου αιώνα. Η αθλητική ιστορία της πόλης θεωρείται πως είναι αδιάρρηκτα δεμένη με το Καλλιμάρμαρο.

Τιμητικά εδώ τερματίζει ο διεθνής Μαραθώνιος που γίνεται κάθε χρόνο σε ανάμνηση του πρώτου Μαραθωνίου δρόμου στους Ολυμπιακούς αγώνες του 1896 με νικητή τον Σπύρο Λούη. Σε αυτό το σημείο τερμάτισε και ο Μαραθώνιος των Ολυμπιακών της Αθήνας του 2004, μπροστά σε μεγάλο πλήθος κόσμου.

1869 - 1870 A.D

Παλαιό Δημαρχείο

Το επιβλητικό κτίριο του παλαιού Δημαρχείου στην οδό Αθηνάς αποφασίστηκε, σχεδιάστηκε και κτίστηκε την τετραετία 1871-1874 επί δημαρχίας Π. Κυριακού). Τα σχέδια και η μελέτη του κτιρίου έγιναν από τον αρχιτέκτονα Παναγιώτη Κάλκο. Αρχικά το κτίριο ήταν διώροφο με κεραμοσκεπή και πρόπυλο δωρικού ρυθμού και είχε αισθητική και αρχιτεκτονική συγγένεια με το νεοκλασικό κτίσμα της παρακείμενης Βαρβακείου σχολής που καταστράφηκε το 1944, επίσης έργο του Κάλκου.

Κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα έγιναν αρκετές επεμβάσεις, τόσο επί δημαρχίας Σπύρου Μερκούρη (1901), όσο και επί δημαρχίας Κωνσταντίνου Κοτζιά αλλά και Αμβροσίου Πλυτά (1935-1937). Τότε ήταν που προστέθηκε και τρίτος όροφος, ενώ έγιναν εκτεταμένες επεμβάσεις στην εξωτερική διακόσμηση του κτιρίου. Στα τέλη του 20ου αιώνα κηρύχθηκε διατηρητέο κτίριο και αποκαταστάθηκαν κάποια διακοσμητικά στοιχεία του εξωτερικού του, σύμφωνα με τα δεδομένα του 19ου αιώνα.

1874 A.D

Τεχνόπολις - Εργοστάσιο Γκαζιού

Το εργοστασιακό συγκρότημα του φωταερίου Αθηνών, ή απλώς Γκάζι, όπως το αποκαλούν οι περισσότεροι, βρίσκεται δεξιά της οδού Πειραιώς, αμέσως μετά την αρχή της Ιεράς οδού. Οι πρώτες εγκαταστάσεις του –τότε μικρού– εργοστασίου φωταερίου έγιναν γύρω στο 1860 και το εργοστάσιο φωταερίου έδωσε την ονομασία του σε ολόκληρη την περιοχή. Ο πρώτος ιδιοκτήτης ήταν ο επιχειρηματίας Φραγκίσκος Φεράλδης, ακολούθησε η Εταιρεία Αεριόφωτος και το 1938 περιήλθε στην ιδιοκτησία του Δήμου Αθηναίων. Όπως είναι φυσικό, το αρχικό μικρό εργοστάσιο επεκτάθηκε πολλές φορές και δημιουργήθηκε ένα τεράστιο βιομηχανικό συγκρότημα με τα χαρακτηριστικά αεροφυλάκια, τους ακόμα σωζόμενους φούρνους, συνεργεία διάφορα, μηχανουργεία, ξυλουργεία, γραφεία διοίκησης, αποθήκες και άλλα κτίσματα.

Αρχιτεκτονικά ακολουθούσε την γενική ευρωπαϊκή κατεύθυνση για παρόμοιους βιομηχανικούς χώρους, αλλά δεν έλειψε και η αισθητική που σήμερα γίνεται αισθητή από τα διακοσμητικά στοιχεία των τεράστιων σιδερένιων σκελετών των κατασκευών. Μετά το 1984 έπαυσε οριστικά η λειτουργία του εργοστασίου, το οποίο βρισκόταν πια στο κέντρο της πρωτεύουσας. Σήμερα ο ανακαινισμένος και αναπλασμένος χώρος φιλοξενεί ποικίλες πολιτιστικές δραστηριότητες του Δήμου, με την επωνυμία «Τεχνόπολις-Γκάζι».

1860 A.D

Ιλίου Μέλαθρον

Το τριώροφο εντυπωσιακό μέγαρο της οδού Πανεπιστημίου που είναι ευρύτερα και διαχρονικά γνωστό ως «Ιλίου Μέλαθρον» κτίστηκε κατά την περίοδο 1878-1880 για λογαριασμό του γνωστού Γερμανού εμπόρου και ερασιτέχνη αρχαιολόγου που είχε ανακαλύψει την αρχαία Τροία και τις αρχαίες Μυκήνες, Ερρίκου Σλήμαν. Την εποχή της ανέγερσής του θεωρήθηκε το ακριβότερο ιδιωτικό κτίριο της πόλης και είναι ένα από τα καλύτερα δείγματα της δουλειάς του αρχιτέκτονα Τσίλερ. Ο Τσίλερ ακολούθησε τις επιταγές της ιταλικής νεοαναγεννησιακής αρχιτεκτονικής (αλλεπάλληλα τόξα στην πρόσοψη), αλλά δεν απαρνήθηκε και τα στοιχεία του αθηναϊκού νεοκλασικισμού (αετώματα, φουρούσια, παραστάδες και άλλα αρχαιοπρεπή στοιχεία).

Το 1927 το μέγαρο περιήλθε στο ελληνικό δημόσιο και στέγασε διάφορες κρατικές και δημόσιες υπηρεσίες, με μακροβιότερη αυτή του Αρείου Πάγου (1934-1982) που του προσέδωσε και το άλλο του όνομα (Άρειος Πάγος). Προπολεμικά αφαιρέθηκαν τα αγάλματα της πρόσοψης, λόγω κινδύνου κατάρρευσής τους. Τη δεκαετία του 1980 πραγματοποιήθηκε μια πρώτη αποκατάσταση του κτιρίου, πάνω σε μελέτη των Έρσης Μισαηλίδου-Φιλιπποπούλου, Μοσχούλας Χρυσουλάκη και Βασίλη Χανδακά, προκειμένου να μπορέσει να στεγάσει το Νομισματικό Μουσείο, ενώ πριν τους Ολυμπιακούς αγώνες της Αθήνας έγινε η τελική αποκατάσταση και το κτίριο πήρε τη μορφή που έχει σήμερα.

1878 A.D

Ζάππειο

Το Ζάππειο Μέγαρο, ή απλώς «Ζάππειο» όπως είναι ευρύτερα γνωστό, βρίσκεται δίπλα ακριβώς στον Εθνικό κήπο και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα και πιο ιστορικά κτίρια της Αθήνας. Οι πρώτες σκέψεις για τη δημιουργία του έγιναν από την ελληνική κυβέρνηση με αφορμή την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων (τις ανάγκες των οποίων θα εξυπηρετούσε), καθώς οι συζητήσεις για την αναβίωσή τους είχαν ξεκινήσει ήδη από το 1859.

Ο Ευάγγελος Ζάππας ανέλαβε να χρηματοδοτήσει την προσπάθεια και τα πρώτα σχέδια εκπονήθηκαν από τον Γάλλο αρχιτέκτονα Μπουλανζέ και τον Έλληνα Θεοφιλά, ωστόσο το σχέδιο ναυάγησε. Τελικά το ανέλαβε ο Δανός αρχιτέκτονας Χάνσεν και το κτίριο θεμελιώθηκε το 1874, ενώ το 1888 εγκαινιάστηκε το εντυπωσιακό νεοκλασικό κτίριο με τους μεγάλους κήπους που έγινε για πολλές δεκαετίες σύμβολο της σύγχρονης πόλης.

Το Ζάππειο χρησιμοποιήθηκε ποικιλότροπα κατά καιρούς: από χώρος εκθέσεων έως κτίριο για τις ανάγκες των πρώτων Ολυμπιακών αγώνων του 1896 και από χώρος διοργάνωσης επισήμων τελετών έως στέγη για τις εγκαταστάσεις της ελληνικής ραδιοφωνίας από το 1938. Σήμερα χρησιμοποιείται ως κέντρο τύπου για τις ανάγκες των πολιτικών κομμάτων, τόσο κατά τις εκλογές όσο και στον υπόλοιπο χρόνο.

1888 A.D

Σταθμός Μετρό Μοναστηράκι

Ο σταθμός του μετρό στο Μοναστηράκι κατασκευάστηκε τα έτη 1890-1895 ως η πρώτη επέκταση του ατμήλατου σιδηροδρόμου Αθηνών-Πειραιώς. Ο σιδηρόδρομος είχε ξεκινήσει τη λειτουργία του το 1869 και ως τότε τερμάτιζε λίγο πιο πριν, στο Θησείο. Την κατασκευή της επέκτασης από το Θησείο έως το Μοναστηράκι πραγματοποίησε ο επιχειρηματίας Στέφανος Ψύχας, ενώ ταυτόχρονα έγιναν και πολλές αρχαιολογικές ανασκαφές με πολλά και ενδιαφέροντα ευρήματα. Σε όλη τη διαδρομή από το Θησείο έως τον νέο σταθμό, ο επιβάτης του τρένου βλέπει πολλά αρχαία ερείπια και υπολείμματα του ιστορικού παρελθόντος της πόλης.

Το 1904 ο σιδηρόδρομος έγινε ηλεκτροκίνητος και την τετραετία 1926-1930 κατασκευάστηκε η επέκταση των γραμμών από το Μοναστηράκι έως την Ομόνοια και μάλιστα σε υπόγεια σήραγγα. Στις αρχές του 2000 ο σταθμός, όπως και οι υπόλοιποι του παλαιού δικτύου του λεγόμενου ηλεκτρικού σιδηροδρόμου, ανακαινίστηκε πλήρως ενώ συνδέθηκε και με τη νέα γραμμή του μετρό από το Σύνταγμα προς το Αιγάλεω. Ο ανακαινισμένος σταθμός αποτελεί κόσμημα τόσο της περιοχής, όσο και της πόλης ολόκληρης, δεδομένου πως έχει ενσωματώσει πολλές αρχαιότητες και ιδιαίτερα την κοίτη του αρχαίου Ηριδανού ποταμού.

1890 - 1895 A.D

Εθνικό Θέατρο

Το κτίριο του Εθνικού Θεάτρου, επί της οδού Αγίου Κωνσταντίνου, στην Ομόνοια, κτίστηκε κατά τα έτη 1891-1901, σε σχέδια του Ερνέστου Τσίλλερ, για να καλύψει τις ανάγκες της πόλης για ένα μόνιμο θέατρο. Τα έργα ξεκίνησαν, με πρωτοβουλία του βασιλιά Γεωργίου Α’, αφού πρώτα αγοράστηκε ένα μικρό οικόπεδο από τον Βαυαρό αυλικό Θων, και ολοκληρώθηκαν μετά από προσφορές πολλών πλουσίων Ελλήνων, κυρίως ομογενών (Ράλλης, Κοργιαλένιος, Ευγενίδης).

Παρά τις δυσκολίες που συνάντησε ο αρχιτέκτονας (κλίση του εδάφους, μικρό οικόπεδο), παρέδωσε ένα μεγαλοπρεπές εκλεκτικιστικό κτίριο που συνδέθηκε έκτοτε με τις μεγαλύτερες στιγμές του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου και αγαπήθηκε πολύ από το ελληνικό κοινό. Κατά τη διάρκεια της ζωής του κτιρίου, έγιναν πολλές και εκτεταμένες επεμβάσεις, όπως και σημαντικές επεκτάσεις. Ωστόσο, πάντοτε δόθηκε έμφαση στον να μην αλλοιωθεί ο χαρακτήρας του κτιρίου και οι όποιες αλλαγές να μείνουν όσο πιο κοντά γίνεται στο αρχικό πνεύμα του Τσίλερ. Σήμερα στο κτίριο λειτουργούν δύο σκηνές και αίθουσα διαλέξεων.

1891 A.D

Μέγαρο Σταθάτου

Το Μέγαρο Σταθάτου στο Κολωνάκι, στη συμβολή των οδών Βασιλίσσης Σοφίας και Ηροδότου 1, φιλοξενεί σήμερα μια πτέρυγα του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης. Το μέγαρο έκτισε στα τέλη του 19ου αιώνα ο φημισμένος αρχιτέκτονας Ερνέστος Τσίλερ σε σχέδια που έφτιαξε το 1895 για λογαριασμό του Σταθάτου, ομογενούς εμπόρου με καταγωγή από την Ιθάκη. Αρχικά το ζεύγος Σταθάτου χρησιμοποίησε το μέγαρο ως κατοικία του, ενώ τη δεκαετία του 1930 έγιναν εκτεταμένες παρεμβάσεις, πλήρης ανακαίνιση των εσωτερικών χώρων και συμπληρώθηκε η διακόσμηση. Μετά τον πόλεμο το Μέγαρο χρησιμοποιήθηκε ως έδρα κάποιας πρεσβείας και στη δεκαετία του 1980 περιήλθε στην κατοχή του ελληνικού δημοσίου.

Αρχικά η κυβέρνηση σκόπευε να το διαμορφώσει σε χώρο φιλοξενίας διακεκριμένων προσκεκλημένων της, γι’ αυτό εξάλλου το ανακαίνισε πλήρως και το αποκατέστησε στην αρχική του μορφή, ενισχύοντας ταυτόχρονα και την οικοδομή (Παύλος Καλλιγάς). Τελικά, δόθηκε στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, το οποίο στέγασε εκεί μια από τις καινούριες πτέρυγές του.

19th Century

Κινηματογράφος Αίγλη

Ο κινηματογράφος Αίγλη, ίσως ο αρχαιότερος από τους κινηματογράφους της Αθήνας που λειτουργούν ακόμα, άνοιξε στα τέλη της δεκαετίας του 1910, μετά τις πολεμικές και εμφύλιες περιπέτειες του 1912-1918, στον χώρο του «Ζυθεστιατορίου Αίγλη» που είχε ιδρυθεί το 1904. Το σημείο και ο ίδιος ο χώρος, δίπλα στο Ζάππειο Μέγαρο και τον κήπο του, αποτελούν μια γραφική εικόνα της παλιάς Αθήνας. Ο σύγχρονος κινηματογράφος, μέρος του πολυχώρου «Αίγλη» (εστιατόρια, μπαρ, καφέ, κινηματογράφος, αίθουσες εκδηλώσεων) δίκαια θεωρείται από τους πολλούς λάτρεις του θερινού κινηματογράφου που τον επισκέπτονται κάθε χρόνο, ένας από τους καλύτερους χώρους ψυχαγωγίας το καλοκαίρι.

Ενώ βρίσκεται στο κέντρο της Αθήνας, δεν έχει καθόλου θόρυβο και είναι πνιγμένος στο πράσινο και τις μυρωδιές των ανθισμένων καλοκαιρινών φυτών. Διαθέτει μέχρι και «πριβέ» βεράντα, όπου μια παρέα μπορεί να παρακολουθήσει την ταινία της, απολαμβάνοντας ταυτόχρονα ένα μαγευτικό δείπνο.

1904 - 2004 A.D

Μνημείο Αγνώστου Στρατιώτη

Το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη μπροστά στη Βουλή, επί της λεωφόρου Αμαλίας, διαμορφώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1920 σε σχέδια των αρχιτεκτόνων Λαζαρίδη και Δημητριάδη Ρωκ και την επιτύμβια ανάγλυφη μορφή σε μάρμαρο φιλοτέχνησε ο γλύπτης Κωνσταντίνος Δημητριάδης. Κατά την κατασκευή του έργου έγιναν εκτεταμένες εκχωματώσεις του εδάφους μπροστά στο κτίριο της Βουλής, με συνέπεια η επιφάνεια του εδάφους να κατεβεί 6 περίπου μέτρα και να φτάσει στο ύψος της λεωφόρου Αμαλίας.

Το μνημείο έχει επιρροή από την αρχαϊκή τέχνη και είναι αυστηρά λιτής γραμμής, με μόνη εξαίρεση τις μπρούτζινες ασπίδες που δίνουν μια νότα μοντέρνας γλυπτικής διακόσμησης. Το μνημείο φρουρείται νυχθημερόν από την προεδρική φρουρά των ευζώνων, ενώ αποτελεί μέρος του τυπικού με την κατάθεση στεφάνων από επισήμους προς τιμή του Άγνωστου Στρατιώτη.

1932 A.D

Εβραϊκό μουσείο

Το Εβραϊκό Μουσείο της Ελλάδος ιδρύθηκε το 1977 από την Ισραηλιτική κοινότητα των Αθηνών και στεγάστηκε σε ένα δωμάτιο της Συναγωγής στην οδό Μελιδώνη. Το μικρό τότε μουσείο συγκέντρωσε αμέσως αντικείμενα από τη ζωή των Ελλήνων Εβραίων που είχαν διασωθεί από τη λαίλαπα του πολέμου, κυρίως μικρά έργα τέχνης και ιστορικά έγγραφα και άλλα κειμήλια. Μεγάλο μέρος της αρχικής συλλογής αποτέλεσαν τα αντικείμενα που είχαν κατάσχει οι Βούλγαροι από τους Εβραίους της Θράκης και η μεταπολεμική κυβέρνηση της Βουλγαρίας τα επέστρεψε στην Ελλάδα και τους Έλληνες Εβραίους.

Κατά τα επόμενα χρόνια συγκεντρώθηκε πολύ μουσειακό υλικό, όπως σπάνιες εκδόσεις, πολύτιμα υφάσματα, κοσμήματα, θρησκευτικά και τελετουργικά σκεύη και αντικείμενα της καθημερινότητας. Λόγω της ραγδαίας αύξησης του υλικού του μουσείου απαιτείτο νέος μεγαλύτερος χώρος. Έτσι, νοικιάστηκε ένας όροφος σε κτίριο επί της οδού Αμαλίας και η έκθεση παρουσιάστηκε αναβαθμισμένη στο κοινό. Το 1989 απέκτησε νομική υπόσταση (ΝΠΙΔ) και άρχισε να διοικείται από επταμελές συμβούλιο. Τελικά την δεκαετία του 1990 αγοράστηκε το διατηρητέο κτίριο της οδού Νίκης 39, αναπαλαιώθηκε, ανακαινίστηκε και άρχισε να φιλοξενεί το μουσείο.

1977 A.D

Πεζόδρομος Ερμού

Η οδός Ερμού είναι ένας ζωντανός πεζόδρομος με πολύ μεγάλη ιστορία. Πρόκειται για έναν δρόμο που παντρεύει τη σύγχρονη εμπορική δραστηριότητα με τη λογική ενός κεντρικού δρόμου της παλιάς πόλης. Ο πεζόδρομος, που ξεκινά απέναντι από την πλατεία Συντάγματος και κατηφορίζει προς το Μοναστηράκι, είναι γεμάτος μεγάλα εμπορικά καταστήματα, επώνυμους οίκους ρούχων και αξεσουάρ, πολλές καφετέριες, μικρά σνακ μπαρ και πολύ κόσμο – ένα πολύβουο πλήθος που παρουσιάζει τεράστιο πολιτιστικό και πολυπολιτισμικό ενδιαφέρον.

Στα μέσα περίπου του πεζόδρομου βρίσκεται το ιστορικό εκκλησάκι της Καπνικαρέας (11ος αιώνας) με τις θαυμάσιες αγιογραφίες του Φώτη Κόντογλου. Η Ερμού θεωρείται ο πιο πολυσύχναστος και ακριβός εμπορικός δρόμος της Ελλάδας.

Ολυμπιακό Αθλητικό Κέντρο Αθηνών (ΟΑΚΑ)

Το Ολυμπιακό Αθλητικό Κέντρο Αθηνών, ή συντομότερα ΟΑΚΑ, φέρει το όνομα του πρώτου νικητή του Μαραθωνίου δρόμου στους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες (Αθήνα, 1896), του περίφημου Σπύρου Λούη που ήταν ένας απλός νερουλάς στο Μαρούσι. Το έργο ξεκίνησε το 1978 και λειτούργησε τέσσερα χρόνια αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1982 όταν φιλοξένησε το Πανευρωπαϊκό πρωτάθλημα Στίβου.

Τα επόμενα χρόνια προστέθηκαν στον χώρο των 1000 στρεμμάτων το Ολυμπιακό ποδηλατοδρόμιο (1991), το Ολυμπιακό κέντρο Υγρού Στίβου (1991), το Ολυμπιακό κλειστό Γυμναστήριο Αθλοπαιδιών (1995), το Ολυμπιακό κέντρο Αντισφαίρισης (2004) και άλλες αθλητικές και βοηθητικές εγκαταστάσεις.

Έτσι, το Ολυμπιακό Αθλητικό Κέντρο των Αθηνών, χάρη στην τεχνολογική και κατασκευαστική του αρτιότητα, βοήθησε πολύ την ανάπτυξη των αθλητικών δραστηριοτήτων στη χώρα. Tο 2004 ολοκληρώθηκαν οι εγκαταστάσεις με τα έργα ανάπλασης του Ισπανού αρχιτέκτονα Καλατράβα με σκοπό τη φιλοξενία των 28ων Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας και των τελετών της έναρξης και της λήξης.

2004 A.D

Μουσείο Ακρόπολης

Το νέο μουσείο της Ακρόπολης, ένα σύγχρονο μουσείο έξω από την ομώνυμη στάση του Μετρό, στεγάζει τα σημαντικότερα ευρήματα του Ιερού Βράχου, από τη Μυκηναϊκή εποχή, έως τους Ρωμαϊκούς και πρωτοχριστιανικούς χρόνους. Από το 2009 που άνοιξε τις πύλες του, έχει δεχθεί εκατομμύρια επισκέπτες που θαυμάζουν τα γλυπτά του Παρθενώνα, βλέποντας από τα διαφανή τζάμια της αίθουσας το μνημείο ψηλά στον βράχο.

Το νέο μουσείο αντικατέστησε το παλαιό που λειτουργούσε από τον 19ο αιώνα στο διακριτικό κτίριο δίπλα στον Παρθενώνα και παρουσιάζει τα πολύτιμα εκθέματα με μια σύγχρονη αντίληψη. Έχει κτιστεί κυριολεκτικά επάνω στον αρχαιολογικό χώρο του οικοπέδου (Ρωμαϊκής εποχής) και στηρίζεται σε υπερυψωμένους πυλώνες που εδράζονται ανάμεσα στις αρχαιότητες, γεγονός που δίνει τη δυνατότητα στον επισκέπτη να δει κάποιες από τις υποκείμενες αρχαιότητες μέσα από τα διαφανή δάπεδα. Αξίζει να τονιστεί πως το μουσείο φωτίζεται φυσικά σε μεγάλο βαθμό, αν αναλογιστεί κανείς τις ιδιαιτερότητες της χρήσης, δεδομένου πως τα γλυπτά που παρουσιάζει έχουν ανάγκη από ιδιαίτερες συνθήκες φωτισμού.

2009 A.D